«Επί Ασπαλάθων…» Η τιμωρία του τυράννου Αρδιαίου

Το παρακάτω ποίημα του Γ. Σεφέρη δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 31 Μαρτίου 1971 στη γαλλική εφημερίδα Le Monde σε μετάφραση του ίδιου του ποιητή. Στις 23 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου δημοσιεύτηκε και στην Ελλάδα στις Εφημερίδες Το Βήμα και Τα Νέα. Μετά το θάνατο του ποιητή συμπεριλήφθηκε στη συλλογή «Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄» που κυκλοφόρησε με επιμέλεια του Γ. Π. Σαββίδη το 1976 από τις εκδόσεις Ίκαρος.

«Επί Ασπαλάθων…»

Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού

Πάλι με την άνοιξη.

Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες

το κόκκινο χώμα κι οι ασπάλαθοι

δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια

και τους κίτρινους ανθούς.

Απόμακρα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας αντηχούν ακόμη…

 

Γαλήνη.

-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;

Μια λέξη του Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τα’  αυλάκια ˙

τ’  όνομα του κίτρινου θάμνου

δεν άλλαξε από εκείνους τους καιρούς.

Το βράδυ βρήκα την περικοπή:

«Τον έδεσαν χειροπόδαρα» μας λέει

«τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν

τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν

απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους

και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο, κουρέλι».

 

Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του

Ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος.

 

Την εποχή που  γράφτηκε το ποίημα στην Ελλάδα επικρατούσε η επτάχρονη Δικτατορία (1967-1974). Είναι φανερός άλλωστε ο συσχετισμός του  αντιτυραννικού περιεχομένου του ποιήματος με το καθεστώς εκείνο. Ο ποιητής  λοιπόν, βρίσκεται στο Σούνιο στις 25 Μαρτίου (ημέρα του Ευαγγελισμού-στ 1), ημέρα που οι Έλληνες γιορτάζουν την έναρξη της επανάστασης του  1821 που τους χάρισε την ελευθερία˙ αυτή την ελευθερία που τους στερούσε η δικτατορία. Είναι  μια δυσβάσταχτη μέρα για τον ποιητή: οι άνθρωποι του καθεστώτος γιορτάζουν την εθνική εορτή με στομφώδεις πανηγυρισμούς και με πομπώδεις εκδηλώσεις, παραλληλίζοντας την επανάσταση του 1821 με το καθεστώς που έχουν επιβάλει. Ο Σεφέρης λοιπόν, για να αποφύγει τους εορτασμούς αλλά και για να νιώσει το νόημα της ημέρας όπως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται, επιλέγει τον χώρο του Σουνίου. Εκεί μέσα σε ένα ανοιξιάτικο περιβάλλον παρατηρεί τα ερείπια του αρχαίου ναού του Ποσειδώνα –εικόνα που  δίνεται όχι μόνο οπτικά αλλά και ακουστικά  «αντηχούν» δηλώνοντας τον απόηχο της ελληνικής πολιτιστικής παράδοσης και ειδικά του κλασικού Ελληνισμού-. Στο οπτικό του πεδίο βρίσκονται και οι ασπάλαθοι. Αυτοί οι θάμνοι με τα μεγάλα αγκάθια και τα κίτρινα λουλούδια του δίνουν αφορμή για την ποιητική έμπνευση και τον παραλληλισμό των δικτατόρων με τον τύραννο των αρχαίων χρόνων , τον Αρδιαίο.

Μέσα στη γαλήνη και στην ηρεμία του Σουνίου ο Σεφέρης αναρωτιέται, επιτυγχάνοντας έτσι τη δραματικότητα,  τι του έφερε στο νου τον Αρδιαίο.

Αρδιαίος: Ο Αρδιαίος σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Πλάτωνας στην Πολιτεία ήταν τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας (περιοχή Μ . Ασίας, απέναντι από την Κύπρο). Ανάμεσα σε πλήθος ανοσιουργημάτων που διέπραξε, σκότωσε τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδερφό του. Γι’  αυτό τιμωρήθηκε πολύ σκληρά στον κάτω κόσμο μαζί με άλλους τυράννους και άδικους ανθρώπους.

«Μια λέξη του Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού τα’  αυλάκια»

Μια αναφορά του Πλάτωνα λοιπόν του θύμισε τον Αρδιαίο˙

Πρόκειται για το χωρίο 615C-616A  της Πολιτείας

Βρισκόμαστε στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνος.

Στην Πολιτεία γίνεται συζήτηση για τη λειτουργία της δικαιοσύνης στο πλαίσιο της ιδεώδους πολιτείας. Στο δέκατο βιβλίο, όπου η συζήτηση βαίνει προς το τέλος εξετάζονται οι αμοιβές των δίκαιων και η τιμωρία των άδικων ανθρώπων σ΄ αυτό τον κόσμο αλλά και στην άλλη ζωή. Από άποψη τεχνικής ο Πλάτωνας επινοεί έναν θαυμάσιο τρόπο, για να εκθέσει όσα διαδραματίζονται στον άλλο κόσμο (τα οποία δεν μπορούν βέβαια να γνωρίζουν οι άνθρωποι που κατοικούν στον επίγειο κόσμο): βάζει να τα αφηγείται ο Ηρ, γιος του Αρμενίου από την Παμφυλία, ο οποίος είχε πεθάνει, γύρισε ξανά στην επίγεια ζωή και διηγήθηκε όσα η ψυχή του είχε δει και είχε ακούσει στον κάτω κόσμο.

Για την πληρέστερη κατανόηση δίδεται η αφήγηση του Ήρα σε μετάφραση :

«Θα ακούσεις λοιπόν τη διήγηση ενός άλκιμου ανδρός, του Ηρός του Αρμενίου, που ήταν Πάμφυλος κατά το γένος. Αυτός σκοτώθηκε στον πόλεμο και όταν έπειτα από δέκα ημέρες ήρθαν να παραλάβουν τα σώματα των νεκρών, που βρισκόταν πια σε αποσύνθεση, το δικό του ήταν ακόμη σώο και ακέραιο˙ τον μετέφεραν λοιπόν στην πατρίδα του για να τον ενταφιάσουν κι ενώ τη δωδέκατη μέρα μετά το θάνατό του βρισκόταν πια απάνω στη φωτιά, ξανάρθε στη ζωή και άρχισε να ανιστορεί όσα είχε δει στον άλλο κόσμο. Ευθύς, τους έλεγε, που βγήκε η ψυχή του ξεκίνησε με πολλούς άλλους κι  έφτασαν σ’  ένα θαυμάσιο τόπο, όπου είδαν δυο χάσματα στη γη, το ένα κοντά στο άλλο, και δυο άλλα απάνω στον ουρανό, κατάντικρυ στα πρώτα. Ανάμεσά τους κάθονταν δικαστές που έβγαζαν την απόφασή τους και πρόσταζαν τους δίκαιους να ακολουθήσουν τον δρόμο που πήγαινε δεξιά και επάνω μέσα από τον ουρανό, αφού πρωτύτερα τους κρέμαγαν μπροστά σημάδια που έλεγαν τι απόφαση είχαν βγάλει γι’   αυτούς στη δίκη˙ τους άδικους τους έστελναν να πάρουν το δρόμο προς τα αριστερά και κάτω, αφού κρέμαγαν και σε αυτούς, αλλά από πίσω, σημείωμα που έλεγε όλες τις πράξεις τους. Όταν παρουσιάστηκε και ο ίδιος, του είπαν να φέρει στους ανθρώπους την είδηση για όσα συμβαίνουν εκεί και τον πρόσταξαν να παρατηρήσει και να ακούσει όλα όσα γίνονται στον τόπο εκείνο.

Είδε λοιπόν εκεί πρώτα τις ψυχές, αφού δικάστηκαν, να ξεκινούν από τα δυο αντικρινά χάσματα του ουρανού και της γης, και από τα άλλα δυο πάλι, από το ένα της γης να ανεβαίνουν ψυχές γεμάτες από ακαθαρσία και σκόνη, από το άλλο του ουρανού να κατεβαίνουν άλλες καθαρές. Όλες έδιναν την εντύπωση πως έρχονται από δρόμο μακρινό, και μ΄ ευχαρίστηση πήγαιναν να κατασκηνώσουν στο λιβάδι, όπως γίνεται στο πανηγύρι˙ όσες από αυτές γνωρίζονταν χαιρετιούνταν μεταξύ τους και ζητούσαν πληροφορίες, όσες έφταναν από τη γη από τις άλλες για τα εκεί, και όσες από τον ουρανό από τις άλλες για τα δικά τους πάλι περιστατικά. Και ιστορούσαν από τις αναμνήσεις τους μεταξύ τους οι πρώτες με θρήνους και με δάκρυα όσα έπαθαν και είδαν κατά την πορεία τους κάτω από τη γη- η διάρκεια της πορείας ήταν χίλια χρόνια-, όσες πάλι έφταναν από τον ουρανό έλεγαν τις ηδονές που δοκίμασαν και το και το αφράτο κάλλος των θεαμάτων που είδαν. Πολύς καιρός θα χρειαζότανε, φίλε μου Γλαύκων, να καθίσω να σου διηγηθώ τώρα λεπτομέρειες των αφηγήσεων τους˙ η σύνοψη ήταν η εξής: για όλες τις αδικίες που έκανε καθένας στη ζωή του και για όλους όσους αδίκησε, τιμωρήθηκε χωριστά δέκα φορές- η διάρκεια της κάθε τιμωρίας ήταν εκατό χρόνια, όση είναι και η διάρκεια της ανθρώπινης ζωής- για να πληρώσουν δέκα φορές την πληρωμή κάθε αδικήματος. Έτσι εκείνοι που έγιναν αίτιοι πολλών θανάτων με την προδοσία πόλεων ή στρατοπέδων, και εξανδραπόδισαν ανθρώπους ή έγιναν ένοχοι άλλων κακουργημάτων, υπέφεραν δεκαπλάσια βασανιστήρια για κάθε τους έγκλημα, ενώ απεναντίας όσοι έκαναν μεγάλες ευεργεσίες και υπήρξαν δίκαιοι στους ανθρώπους και ευσεβείς απέναντι στους θεούς, έπαιρναν με την ίδια αναλογία την ανταμοιβή για τις καλές τους πράξεις. Όσο για κείνους που πέθαιναν λίγο χρόνο ύστερα  από τη γέννηση τους, έλεγε άλλα που δεν αξίζει τον κόπο να τα αναφέρω. Υπήρχαν ακόμη ανταμοιβές πολύ μεγαλύτερες για όσους σέβονταν τους θεούς και τιμούσαν τους γονείς τους, καθώς και βασανιστήρια μεγαλύτερα για τους ασεβείς και τους πατροκτόνους, καθώς και για όσους με το χέρι τους έκαναν φόνους…..εκεί κοντά ήταν ο μέγας Αρδιαίος. Ο Αρδιαίος αυτός είχε γίνει τύραννος σε κάποια πόλη της Παμφυλίας, και πέρασαν πια από τότε χίλια χρόνια ˙ είχε σκοτώσει τον γέροντα πατέρα του και τον μεγαλύτερό του αδερφό και είχε διαπράξει και πολλές άλλες ανομίες, όπως λεγόταν. Είπε λοιπόν πως ο ερωτώμενος απάντησε ΄΄ούτε εδώ έχει έρθει ούτε είναι πιθανό πως θα έρθει ΄΄.

Είδαν λοιπόν τα μάτια μας ανάμεσα  ανάμεσα στα άλλα τρομερά θεάματα και το ακόλουθο˙  τη στιγμή που ήμασταν κοντά στο στόμιο και έχοντας υποστεί όλες τις άλλες δοκιμασίες είχαμε κατά νου μας να ανέβουμε,  ξαφνικά τον είδαμε εκείνον μαζί με άλλους ˙ σχεδόν οι περισσότεροι από αυτούς ήταν τύραννοι˙ μαζί τους ήταν και μερικοί απλοί πολίτες που είχαν κάνει υπερβολικά μεγάλες αμαρτίες˙ αυτοί φαντάζονταν ότι θα ανέβουν πλέον επάνω, το στόμιο όμως δεν τους δεχόταν, αλλά έβγαζε μυκηθμό κάθε φορά που κάποιος από τους αδιόρθωτα κακοήθεις ή από αυτούς που δεν τιμωρήθηκαν όπως τους άξιζε, επιχειρούσε να ανέβει. Τότε πια, είπε, κάποιοι άνθρωποι άγριοι και φλογισμένοι στην όψη, που στέκονταν δίπλα στην είσοδο και καταλάβαιναν τι σημαίνει το μουγκρητό, μερικούς (που ήθελαν να ανέβουν) τους έπιαναν από τη μέση και τους έδιωχναν μακριά, τον Αρδιαίο όμως και μερικούς άλλους, αφού έδεσαν μαζί χέρια, πόδια και κεφάλι, τους έβαλαν κάτω και τους έγδαραν και έπειτα τους τραβούσαν έξω δίπλα στο δρόμο πάνω στα αγκάθια(-στους ασπαλάθους), ξεσκίζοντας έτσι το κορμί τους, και έλεγαν σε όσους περνούσαν από εκεί γιατί τους κάνουν έτσι και ότι θα τους πάνε να τους ρίξουν στον Τάρταρο».

Επιστρέφοντας στην ανάλυση του ποιήματος του Γ. Σεφέρη, η θέα των ασπαλάθων φέρνει  συνειρμικά στο νου τον Αρδιαίο και την περικοπή της Πολιτείας. Το ίδιο βράδυ ο ποιητής στο σπίτι του βρίσκει την περικοπή και διαπιστώνει πως το όνομα του κίτρινου θάμνου δεν άλλαξε από τα χρόνια του Πλάτωνα (στίχος 12). Παραθέτει μάλιστα μετάφραση της τιμωρίας του Αρδιαίου πάνω στους ασπαλάθους, όπως περιγράφεται από τον μεγάλο Έλληνα φιλόσοφο.

Θέμα λοιπόν του ποιήματος είναι η τιμωρία του Αρδιαίου που έρχεται αναπότρεπτη στο τέλος για τα κρίματα που διέπραξε. Στόχος του Γ. Σεφέρη είναι να υποδείξει τον τρόπο με τον οποίον πρέπει να τιμωρηθούν και οι σύγχρονοι τύραννοι: να συρθούν κι αυτοί επί ασπαλάθων. Για την τιμωρία λοιπόν, οι ασπάλαθοι υπάρχουν ακόμη και δείχνουν έτοιμα τα βελόνια τους.

Εν κατακλείδι, τα βασανιστήρια είναι σκληρό και φρικτό μέσο για όποιο σκοπό κι αν χρησιμοποιούνται. Ο Σεφέρης όμως , όπως και ο Πλάτων, όχι μόνο δεν εκφράζουν τον αποτροπιασμό τους, αλλά αντίθετα δείχνουν να αποδέχονται τη χρήση τους και μάλιστα με ικανοποίηση. Η στάση αυτή εν πρώτοις μας παραξενεύει˙ είναι όμως τόσο ισχυρή η προσήλωση του σύγχρονου ποιητή αλλά και του αρχαίου στοχαστή στις αρχές της δημοκρατίας και της δικαιοσύνης, ώστε να αποδέχονται και οι δυο τα βασανιστήρια ως μέσο παραδειγματισμού και ικανοποίησης του κοινού περί δικαίου αισθήματος. Εξάλλου η σκληρότητα των τυράννων είναι τόσο μεγάλη και τα εγκλήματα τους τόσο βαριά ώστε δεν απομένουν περιθώρια για οίκτο ούτε στους νηφάλιους ανθρώπους του πνεύματος.

Το 1969 ο Γ. Σεφέρης με επιστολή του προβλέπει την τραγωδία στη Κύπρο ως επακόλουθο της επιβολής του δικτατορικού καθεστώτος.